Η (διονυσιακή) βάρβιτος

Προηγούμενo Έκθεμα                                                                                                                   Επόμενο έκθεμα

ΕΚΘΕΜΑΤΑ    >    Τα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων    >   

Η (διονυσιακή) βάρβιτος


Πρόκειται για έγχορδο όργανο συνοδευτικό των συμποσίων και των διονυσιακών τελετουργιών.

Είχε ηχείο από όστρακο χελώνας όπως η λύρα. Οι βραχίονές της όμως ήταν πολύ μεγαλύτεροι με πιο μακριές χορδές (5 έως 7) και επομένως διέθετε χαμηλότερη έκταση και ήχο γλυκύτερο και βαρύτερο από εκείνον της λύρας. Οι ευθείς ξύλινοι βραχίονές της απέκλιναν στη βάση τους για να συγκλίνουν στην κορυφή με ένα καμπύλο τελείωμα που δεχόταν το ζυγό. Η ελαστικότητα των βραχιόνων επέτρεπε την ανεπαίσθητη εγκάρσια μετακίνηση του ζυγού δημιουργώ-ντας έτσι έναν κυματιστό ήχο.

Ο βαρβιτιστής ισορροπούσε σχεδόν όρθια τη βάρβιτο στο αριστερό μέρος του σώματός του πιέζοντάς την κάθετα στην κοιλιά του (με τη βοήθεια ενός ιμάντα που περνούσε από τον αριστερό βραχίονα του οργάνου και τον καρπό του αριστερού χεριού του). Με τα ελεύθερα δάκτυλα του αριστερού χεριού του πίεζε ή τραβούσε τις χορδές της ενώ με το δεξί χέρι τις έπληττε με τη βοήθεια του «πλήκτρου».

Ο Ανακρέων, η Σαπφώ και ο Αλκαίος καθιέρωσαν τη βάρβιτο («βάρμον») μεταξύ του 6ου και 5ου π.Χ. αιώνα.

ΠΗΓΕΣ: «Μ. Λ. Γουέστ, Αρχαία ελληνική μουσική», «Αθήναιος ο Ναυκράτειος, Δειπνοσοφισταί»